Lost Trail – Ένας αγώνας Deja-vu;

1
1945

Κοντοστάθηκα για μια στιγμή, να το ξανασκεφτώ… «Κάτσε» είπα στον εαυτό μου «εδώ δεν ήμουν ξανά πριν από λίγο καιρό; Τι συμβαίνει; Να, όλα είναι τα ίδια! Τα έλατα τριγύρω, η μουσική που παίζει, όλοι αυτοί που τριγυρίζουν εδώ κι εκεί, οι διοργανωτές που μας καλωσορίζουν. Θα ξανατρέξουμε τον Mythical μήπως; Δεν θα το αντέξω… Χαχαχα! Τη σκηνή αυτή είμαι σίγουρη ότι την ξαναείδα! Deja-vu;». Είμαστε ξανά στον Αηγιάννη, λίγο πιο ‘κει απ’ το Λιτόχωρο κι από πάνω μας ο θεϊκός Όλυμπος! Στο ανεπαίσθητο αεράκι του μεσημεριού, τα φύλλα των δέντρων θροΐζουν. Το ατέλειωτο χορτάρι στο μεγάλο ξέφωτο ανάμεσα στα έλατα, απλά μοιάζει να είναι λιγότερο πράσινο από ότι τον Ιούλιο κι ο αέρας μοιάζει πιο ελαφρύς, από τότε που οι «ήρωες της μιας μέρας» άφησαν κομμάτι της ψυχής τους για να κουβαλήσουν τα ταλαίπωρα κορμιά τους μέχρι εδώ μετά από 100 βασανιστικά χιλιόμετρα μέσα στην αβάσταχτη ζέστη.

Όλα αυτές οι σκέψεις πέρασαν με διαστημική ταχύτητα απ’ το μυαλό μου, γιατί μια φωνή ήρθε να διακόψει τους συλλογισμούς: «καλώς ήρθατε Ασημίνα». Προσγειώθηκα αμέσως, όμως το πράγμα προς στιγμήν απογειώθηκε και πάλι όταν είδα πως μπροστά μου είχα έναν άνθρωπο που ήταν παρών και τον Ιούλιο εδώ, στον Mythical!!! Ο Παύλος, παλιός γνώριμος απ’ τον Mythical κι από όλες εκείνες τις συναθροίσεις που πάντα κάτι μας αφήνουν να μας τις θυμίζει για χρόνια. Ναι, δεν ήμασταν εδώ για να ξανατρέξουμε τον Mythical –ουφφφ- είχαμε έρθει για το Lost Trail. Τα μισά χιλιόμετρα των εκατό (50) ήταν μια παρηγοριά τουλάχιστον.

Μετά από μια ήσυχη νύχτα, αφού πια η χολή μου είχε «σπάσει» στο παρελθόν από το άγχος για αγώνες με μεγαλύτερες δυσκολίες και ένταση, χάραξε μια γαλήνια μέρα. Συμμάζεψα τα πράγματά μου στο ξενοδοχείο και ξεκίνησα για τον Αηγιάννη χωρίς το άγχος υποχρεωτικού εξοπλισμού –αμάν μην ξεχάσω τίποτα- και χωρίς την πίεση του αγώνα με αρχή αλλά χωρίς τέλος. Ε, ότι και να ήταν, μισή μέρα το πολύ θα μου έπαιρνε να τον τελειώσω! Δεν είναι και λίγο αυτό…

Ανάμεσα από τα έλατα προς τη μεριά της ανατολής, ήδη έβλεπα τον ορίζοντα να έχει πάρει τα πορτοκαλιά της αυγής και τη σιλουέτα από τα κλαδιά των δέντρων να δίνουν τον τόνο σ αυτό το μοναδικό φόντο. Το φως από τους προβολείς στην αψίδα της εκκίνησης έλουζε ακόμα τις φιγούρες με το φωτάκι στο κεφάλι τους καθώς πηγαινοέρχονταν λίγο πριν την εκκίνηση, προσπαθώντας να μπουν στο κλίμα. Χαμόγελα και χαλαρότητα πίσω από την αψίδα με τους φίλους που βρεθήκαμε παρέα. Πόσο πιο εύκολα έμοιαζαν όλα μες στο μυαλό μου… Ο Λάζαρος ο Ρήγος εκεί στη θέση του απ την άλλη μεριά της αψίδας, ο ίδιος πάντα, με το ίδιο τελετουργικό μας έδωσε την εκκίνηση. Φύγαμε!!!

Το τσούρμο της εκκίνησης, όχι πάνω από 70 αθλητές, μπήκε γρήγορα σε μια σειρά, αφού το ανηφορικό μονοπάτι λειτούργησε σαν χωνί και μας ανάγκασε να μπούμε ο ένας πίσω απ τον άλλον σε μια σιωπηλή διαδοχή από φαντάσματα που φώτιζαν μπροστά τους. Ήξερα καλά πως έπρεπε να είμαι συγκρατημένη στην αρχή γιατί ο ανήφορος στα πρώτα 400 μέτρα απ την εκκίνηση είναι πολύ απότομος. Όμως και η πίεση του ενός προς τον άλλον –όλοι φρέσκοι και ορεξάτοι- με ανάγκαζε να μείνω εκεί μπροστά, να κρατήσω και μια καλή σειρά που θα με ανέβαζε ψυχολογικά στη συνέχεια της δύσκολης προσπάθειας. Γιατί όπως και να το δει κανείς, τα 57 χιλιόμετρα δεν είναι και λίγα…

Η μέρα ξημέρωσε για τα καλά πριν συμπληρώσουμε μισή ώρα αγώνα και ήδη βρισκόμασταν τρέχοντας σε επίπεδα τμήματα του μονοπατιού μετά το «Ντελή», μια τοποθεσία-κλειδί στον αγώνα, ένα σημείο που θα ξαναπερνούσαμε λίγο πριν το τέλος του αγώνα. Κοίταξα τη μικρή πινακίδα που έγραφε “DELI” και χαμογέλασα με υπόσχεση στον εαυτό μου: «Ασημίνα κοίτα καλά, πρέπει να ξαναπεράσεις από εδώ!». Το φως της μέρας άρχισε να αποκαλύπτει την ομορφιά του τοπίου τριγύρω και να διώχνει μακριά το άγχος της πίεσης που είχαμε λίγο νωρίτερα, τόσο κοντά ο ένας στον άλλον.

Προσπάθησα να πάρω ανάσες εκεί στις ευθείες, τρέχοντας με όλη μου την ψυχή σε ένα πανέμορφο μονοπάτι, χωρίς ούτε μία ανηφόρα. Πνιγμένο στη βλάστηση των δέντρων τριγύρω το μέρος, δεν σε άφηνε να κοιτάξεις δεξιά κι αριστερά, παρά μόνο μπροστά, εκεί που οι άλλοι αθλητές έδιναν το ρυθμό μπροστά μου. Γρήγορα πήραμε τις μεγάλες ανηφόρες μέσα στο δάσος με τα πεύκα κι έβλεπα τώρα πιο μακριά ανάμεσα στους μεγάλους και ψηλούς κορμούς τους. Το μονοπάτι στριφογυρίζει εδώ κι εγώ μπορούσα να διακρίνω 2-3 το πολύ να βρίσκονται λίγο πιο ψηλά από μένα. Προσπαθούσα να κρατήσω έναν ρυθμό που κι εκείνος να με κρατά εδώ που κατάφερα να βρεθώ, ανάμεσα σε δυνατούς συναθλητές μου.

 

Μέχρι να συμπληρωθεί η πρώτη ώρα και τα πρώτα πέντε χιλιόμετρα έφτασα και στον πρώτο σταθμό, την «Τσουκνίδα». Γνωστό το τοπίο δυο χρόνια τώρα με Mythical και Lost, γνωστές και οι φυσιογνωμίες των εθελοντών. Όλα όμως έγιναν κινηματογραφικά! Λίγο νερό για δευτερόλεπτα και έφυγα και πάλι. «Σαρανταδύο» φώναξα, για να με γράψουν στα χαρτιά τους. Έφυγα με δύναμη κι εκμεταλλεύτηκα την καλή μου διάθεση και κάποιες πρώτες ευθείες μετά στο σταθμό. Δεξιά μου, ανάμεσα στα δέντρα ξεπρόβαλλαν οι πιο μακρινές πλαγιές του βουνού για πρώτη φορά. Θυμάμαι ότι κάπου εκεί απέναντι είναι η Πετρόστρουγκα, ένα μέρος που θα έφτανα μετά από ακόμα 20 χιλιόμετρα αγώνα. Κουράγιο όμως, γιατί η συνέχεια δεν ήταν ευθεία όπως η ματιά μου στην Πετρόστρουγκα αλλά με περίμενε ένας μεγάλος ανήφορος για το ΛιβαδάκιΛιβαδάκι… Μόνο όποιοι το έχουν κάνει σε αγώνα, ξέρουν τι είναι το «Λιβαδάκι». Μια από τις σοβαρές δυσκολίες σ αυτό το δίδυμο των αγώνων Mythical-Lost είναι αυτή εδώ η ανηφόρα. Από την εκκίνηση στον Αηγιάννη τρέχεις τα πρώτα δέκα χιλιόμετρα ανεβαίνοντας την ίδια ώρα και 1500 μέτρα! Καθόλου λίγα, θα έλεγα. Όμως όταν το έχεις κάνει ήδη 3-4 φορές είναι αλλιώς, έχεις ένα πλεονέκτημα. Ψυχολογικό, γιατί ξέρεις τι σε περιμένει. Έχω την αίσθηση ότι κάθε φορά που κάνω αυτό το μονοπάτι είναι και λίγο κοντύτερο. Χαχαχα… Ατέλειωτη θέα προς τη θάλασσα κάποια στιγμή στα δεξιά μου. Με κάτι γυμνούς κορμούς εδώ κι εκεί να διακόπτουν αυτή τη συνέχεια του ορίζοντα. Σκέφτηκα για μια στιγμή πως θα τελειώσει ο αγώνας και θα ρίξω μια μεγάλη βουτιά στην παραλία, έτσι για να πάρω το αίμα μου πίσω! Την επόμενη στιγμή όμως έσκυψα και πάλι το κεφάλι μου και έδιωξα αυτή τη σκέψη. Ήταν πολύ νωρίς για τέτοιες ιδέες…

Δυο-τρεις με πέρασαν στις μεγάλες ανηφοριές, όμως ένιωθα ότι πάω καλά. Εξάλλου είχα και την εμπειρία της προηγούμενης χρονιάς αλλά και τη σοκαριστική εμπειρία του φετινού Mythical με την απίστευτη ζέστη. Δεν θα με πτοούσε τώρα αυτό εδώ. Το δάσος σε κάποια σημεία είχε αρχίσει να δείχνει τα φθινοπωρινά του χρώματα, θυμίζοντας πως το καλοκαίρι τελείωσε. Ευθείες που διαδέχονταν ανήφοροι και ανάσα λαχανιασμένη έδιναν τον τόνο. «Κράτα Ασημίνα» έλεγα μέσα μου! Πού θα πάει, σε λίγο τελειώνει αυτός ο γολγοθάς. Και ναι, έφτασε η στιγμή που αντίκρυσα μπροστά μου εκείνη τη μεγάλη ανοιχτωσιά που σου θυμίζει πως το κακό τέλειωσε. Πίσω μου η θάλασσα, σαν να την έβλεπα απ το αεροπλάνο! Μπροστά μου μερικές κουκίδες, οι συναθλητές μου και εκεί στο βάθος, δεν το έβλεπα καθαρά αλλά το ήξερα, το μικρό πέτρινο καλύβι του σταθμού. Επιτέλους, ήμουν στο Λιβαδάκι! 2:11 έλεγε το ρολόι μου. Μια χαρά. Ανάσες, νερό και κάτι στερεό για το στομάχι. Ευχές και εμψύχωση από τους εθελοντές του σταθμού. «Άντε Ασημίνα, μια χαρά πας» μου είπαν, οι γνωστοί κι από το καλοκαίρι εθελοντές. Έφυγα!

Λίγο πιο πέρα, εκείνη η απίστευτη θέα με τις κορυφές του Ολύμπου, που σου κόβει τη θέα. Πέρασα πάνω από εκείνο το πεσμένο δέντρο, που είναι σκαμμένο με πάτημα. Είναι το «σκαλί» που σε οδηγεί στον άλλο Όλυμπο, αυτόν που λένε οι διοργανωτές του Lost, στον «ξεχασμένο Όλυμπο». Δέος με κυριεύει κάθε φορά που θα περάσω από εδώ. Ατέλειωτοι γκρεμοί πέφτουν στα δεξιά μας, κάτω απ το μονοπάτι. Πέτρα ατελείωτη, βράχια κρέμονται από πάνω μας. Ένα άγριο πρόσωπο του βουνού, που σου προκαλεί δέος και φόβο. Κι εκείνα τα τεράστια πεύκα, που νιώθεις να σε πνίγουν με το τεράστιο μπόι τους! Όλα εδώ είναι τεράστια και σε ξεπερνούν. Ξεπερνούν τα ανθρώπινα και σου δίνουν με τον πιο έντονο τρόπο να καταλάβεις πως είσαι στο «βουνό των θεών».

Εκείνος όμως ο κατήφορος που ακολουθεί πιο κάτω για το Μαυρόλογγο και τα Πριόνια, είναι κάτι που δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπεράσω! Ένα απότομο κατηφορικό, πέτρινο κι επικίνδυνο μονοπάτι, που σε αναγκάζει να κρατάς καρφωμένο το βλέμμα σου πάνω του. Καρφωμένο σε κάθε σου βήμα! Πέτρες ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί συνεχώς. Πού να πατήσω; Πού να νιώσω ασφαλής; Α, να και το «βήμα της ζωής» μπροστά μου. Πιάνω το σκοινί για ψυχολογική ασφάλεια περισσότερο και κοιτάζω το δικό μου βήμα, γιατί αγαπάω τη ζωή μου, χαχαχα! Πεύκα-ρόμπολα με στριμμένους καμπυλωτούς κορμούς πάνω απ’ το μονοπάτι, δείχνουν τις κολοσσιαίες δυνάμεις της φύσης εδώ πάνω αλλά και το πώς η ζωή καταφέρνει να συνεχίζεται μέσα στις αντιξοότητες. Τα γόνατά μου πονάνε! Ο γολγοθάς μερικές φορές έχει και κατήφορο…

Οι κλίσεις γλυκάνανε όταν το δάσος έγινε πυκνό πια και τα βάσανά μου με τον κατήφορο πήραν ένα προσωρινό τέλος! Μπορούσα να χαρώ και πάλι για λίγο το τοπίο τριγύρω. Οι φτέρες που αλλάξανε χρώματα προς το πορτοκαλί της σκουριάς, είναι τα πρώτα φυτά που δείχνουν το τέλος του καλοκαιριού, αυτό κατάλαβα. Έτρεχα και πάλι καθώς ίσιωνε το μονοπάτι εδώ κι εκεί. Κοιτάζω το ρολόι μου και βλέπω ότι πάω καλά, όπως το περίμενα. Κρατάω σταθερά τη σειρά μου στον αγώνα κι αυτό είναι καλό σημάδι! Βέβαια κι η κούραση μεγάλη όλον αυτό τον καιρό με τα ultra. Όλυμπος, Ζαγόρι, τώρα ξανά Όλυμπος, σε λίγο η Ροδόπη. Πρέπει να κρατάς και τις ισορροπίες, για να σου μείνουν αποθέματα για όλα. Μέχρι το τέλος.

Βγήκα στο Ε4 και ένιωσα ότι βγήκα στον …πολιτισμό. Φαρδύ μονοπάτι με έντονα τα ίχνη της έντονης ανθρώπινης παρουσίας. Η «εθνική οδός» του Ολύμπου! Τρέχω όπου μπορώ για να κερδίσω χρόνο. Όσο πλησιάζω στα Πριόνια, αρχίζω να νιώθω τη ζέστη της μέρας που προχωρά. Διασταυρώνομαι με κάποιους πεζοπόρους που ξεκίνησαν το δρόμο τους για τις κορυφές και σύντομα φτάνω στα Πριόνια. Δροσιά στη βρύση, με το παγωμένο νερό της και στα γρήγορα λίγη τροφή στο σταθμό. Λίγο καλύτερα από πέρσι στο χρόνο, κάτω από 3,5 ώρες αλλά με τις δυνάμεις μου να τις νιώθω ακμαίες. Αρκετοί γνωστοί και φίλοι εκεί στο σταθμό! «Μπράβο Ασημίνα! Όλα καλά; Θες κανένα σαντουϊτσάκι; Ανήφορο έχει τώρα, με το μαλακό, ε…». Τα ακούω και δεν τα ακούω την ίδια στιγμή όλα αυτά. Μες στο μυαλό μου το κλου του Lost, ακούει στο όνομα «Γουμαροστάλι». Ε ρε τι με περιμένει…

Φεύγω από το σταθμό με όσο στυλ μπορώ –τόχω ακόμα, πάνε τα πόδια- και μπερδεύομαι ανάμεσα στα αυτοκίνητα του πάρκινγκ, ξέροντας τι θα βρω λίγα μέτρα πιο εκεί. Παίρνω τις ανάσες μου, σαν να πρέπει να βουτήξω σε παγωμένα νερά και φύγαμε για Γομαροστάλι! Από τα 1100 μέχρι τα 1700 σε 2,5 χιλιόμετρα!!! Για όσους δεν ξέρουν τι τραβάω με τα βουνά που έμπλεξα. Τι ρυθμό να βρεις σε τέτοιον ανήφορο. Μετά από τα πρώτα 5 λεπτά, θέλω να πέσω στα τέσσερα και να μπουσουλάω! Χαχαχα. Ξέρω όμως τι με περιμένει και κάνω κουράγιο! Στα γρήγορα τελειώνουν οι φυλλωσιές των δέντρων και βγαίνω ανάμεσα σε θάμνους. Ο ήλιος χτυπάει άσχημα. Όλα γίνονται πιο δύσκολα. Το πόδι πρέπει να ανοίξει ακόμα πιο πολύ για να πιάσει το βήμα στον ανήφορο. Μόνο τα ακροβατικά μας έλειπαν τώρα… Ιδρώτας, λαχάνιασμα, βουητό! Πού θα πάει, θα τα καταφέρω. Ξαναμπαίνω στη σκιά και στο πυκνό δάσος. Να κι ένα ισιάδι. Ουφ!!! Δεν βλέπω πουθενά και κυρίως πίσω μου. Ότι θέλει ας γίνει. Θα κάνω τα πάντα να αντέξω αυτό το μαρτύριο. Ο γολγοθάς του Σκολιού του Mythical, μετακόμισε στο Γομαροστάλι του Lost. Έτσι, για να μας κρατά σε ετοιμότητα η διοργάνωση. Εξάλλου λέει, το Lost είναι μια μικρογραφία του Mythical. Ναι όντως, το καταλάβαμε πολύ καλά αυτό!

Ανήφορος που δεν θες να κοιτάξεις, για να μη δεις πόσο κάθετος είναι. Σαν να ακούω κάτι μπροστά μου αλλά δεν έχω καμία διάθεση να δω ποιος και πού είναι. Μετράω χρόνο και κάνω λογαριασμό. «Άντε Ασημίνα» λέω «πόσο να έμεινε ακόμα; Πού θα πάει…» Και ναι, κάποια στιγμή ξεπροβάλλουν μπροστά μου 2-3 άνθρωποι σ ένα πλάτωμα! Τέλος λοιπόν; Α, πέρυσι δεν υπήρχε κανένας εδώ αλλά απ ότι φαίνεται η διοργάνωση άκουσε αυτά που είχαν να της πουν οι αθλητές του Lost κι έβαλε σταθμό φέτος εδώ, στο τέρμα του ανήφορου. Θείο δώρο το νεράκι και το αναψυκτικό. Μου έδωσε φτερά!

Μπήκα σε ευθείες επιτέλους. Μεγάλο το υψόμετρο εδώ, έκοψε κάπως και τη ζέστη και έκανε τα πράγματα πολύ καλύτερα. Από όσο θυμάμαι από πέρυσι, μέχρι την Πετρόστρουγκα, για τα επόμενα 4-5 χιλιόμετρα δηλαδή θα είχαμε εύκολη αποστολή. Μπορεί να μας χτυπά ο ήλιος στο καταμεσήμερο, όμως οι κλίσεις είναι μικρές και το περισσότερο αυτής της διαδρομής σου δίνει την εντύπωση ότι περπατάς και τρέχεις σε ευθείες κι ας έχει έναν ανεπαίσθητο ανήφορο συνεχώς. Αυτά είναι τα οφέλη του Γομαροσταλιού. Οι ανηφόρες στη ζωή σου χτίζουν χαρακτήρα! Ακριβώς έτσι…

Καθώς περπατοέτρεχα εδώ, είχα την ευκαιρία να ρίχνω και κλεφτές ματιές στη θέα που άνοιγε στα δεξιά μου. Κάτω στο χάος, ο Ενιπέας μες στη χαράδρα του. Απέναντί μου το Λιβαδάκι! Από εκεί ήρθα; Πω-πωωω… Έκανα όλο αυτό το πράγμα; Μου φάνηκε τόσο μεγάλο, όσο εκείνο που λέμε «με ξεπερνάει». Κι όλο αυτό σε κάτι παραπάνω από 2,5 ώρες; Απίστευτο! Καμμιά φορά φαίνεται ότι οι προσδοκίες μας είναι πιο χαμηλές από εκείνο που μπορούμε… Το μονοπάτι μπροστά μου ανοιγόταν ξεκάθαρο και με προδιέθετε να τρέξω όσο και όπου μπορώ. Η σήμανση με εκείνα τα ασπροκόκκινα σημάδια ήταν συνεχής. Μόνο που εδώ ήταν μια παραλλαγή εκείνης της περίφημης «γιαπωνέζικης σημαίας» αλλά μικρή σημασία είχε στο τέλος. Εκείνο που μέτραγε ήταν ότι μέχρι να το σκεφτώ, έβλεπα το επόμενο σημάδι κι έτσι πήγαινα. Χωρίς να το καταλάβω, στροφή στη στροφή μέσα στο δάσος, βρέθηκα να αντικρύζω το καταφύγιο της Πετρόστρουγκας ανάμεσα στα φρέσκα πεύκα σ ένα ξέφωτο του δάσους.

 

Ορεξάτοι εθελοντές κι εδώ! Το μενού πλούσιο, με σουπίτσα ζεστή για τους αθλητές, πέρα από τα γνωστά και το περίφημο καρπούζι, που απ’ ότι φαίνεται ευδοκιμεί ακόμα και το Σεπτέμβριο. Δεν εξηγείται αλλιώς. Πετρόστρουγκα κι είμαστε σχεδόν στα μισά χιλιόμετρα του αγώνα πλέον, αφού έχουμε περάσει τα 25 πια. Όσο για τους ανήφορους, αισίως είχαμε πάρει τα δύο τρίτα (2500 μέτρα) από το σύνολο της ανηφόρας. Από εδώ ξεκινά ο μεγάλος κατήφορος για την Κορομηλιά. Σε 5 χιλιόμετρα θα πρέπει να κατηφορίσω γύρω στα 1000 μέτρα! Ευχή ή κατάρα αυτό το κομμάτι; Μάλλον το δεύτερο…

Ξεκινώ και σκέφτομαι ότι αυτή τη φορά μπορεί και να είναι αλλιώς για τα ταλαίπωρα γονατάκια μου. Μια σκέψη έκανα η καημένη, μια σκέψη. Γρήγορα όμως το πράγμα φάνηκε προς τα πού πάει. Αφού πέρασα κάποια πρώτα ήπια μέρη με αραιή βλάστηση, μπήκα σ ένα όμορφο πυκνό δάσος που μου χάριζε σκιά αλλά σύντομα και πόνο. Οι κλίσεις άρχισαν να εμπλουτίζονται και από φυτευτή πέτρα για να γίνει το όλο χαρμάνι ακόμα πιο σκληρό, σαν καφές πικρός. Τα δάχτυλα των ποδιών άρχισαν κι αυτά να υποφέρουν τις συνέπειες της κατάβασης. Από καμμιά κλωτσιά σε ρίζα ή σε βράχο, έκανε τον πόνο ανυπόφορο εκεί κάτω. Είναι οι στιγμές που αναρωτιέμαι «τι δουλειά έχω εγώ εδώ;» Όμως έσφιγγα τα δόντια και προχωρούσα. Ή θα με πονούσαν οι τετρακέφαλοι απ’ την κόντρα ή τα γόνατα απ’ την καταπόνηση ή τα δάχτυλα από τις κλίσεις. Δεν είχα παρά να διαλέξω τι από όλα προτιμώ…

Βασανιστικά πέρασαν αυτά τα πέντε χιλιόμετρα κι όσο έφτανα προς την Κορομηλιά τόσο τα πόδια υπέφεραν περισσότερο, τόσο όμως και ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και με έκαιγε περισσότερο. Ονειρευόμουν μια βρύση και να βάλω το κεφάλι μου κάτω από το παγωμένο νερό να δροσιστώ. Η στιγμή έφτασε και ανάμεσα στους θάμνους είδα τη στέγη του καταφυγίου. Κόσμος εδώ με υποδέχτηκε με επευφημίες και πολλή διάθεση για προσφορά. Το νερό έτρεχε στο λάστιχο σε μια γωνιά, αναιμικό όμως και κάπως χλιαρό. «Δεν πειράζει» σκέφτηκα «μια χαρά είναι, θα δροσιστώ». Κοίταξα το ρολόι μου. Μια ώρα χρειάστηκα γι αυτά τα καταραμένα πέντε χιλιόμετρα κατηφόρας. Ε, όπως και να το κάνω δεν είναι και το καλύτερό μου η κατηφόρα…

Σειρά τώρα είχε μια μεγάλη διαδρομή μέχρι το Σταυρό. Θέλει κοντά δέκα χιλιόμετρα μέχρι εκεί, που είναι κι ο επόμενος σταθμός. Το …θερμό κλίμα εδώ στην Κορομηλιά, μου έδωσε κουράγιο για τη συνέχεια. Τους χαιρέτησα, μου ευχήθηκαν και ξαναπήρα το δρόμο μου. Αυτό το κομμάτι της διαδρομής το περνάμε με αντίθετη φορά και νύχτα στον Mythical και δεν έχουμε την ευκαιρία να το απολαύσουμε. Όμορφη φύση και όμορφο μονοπάτι, πεντακάθαρο μπροστά μας. Φυσικά και ήταν σαν να τρέχω σε ένα άλλο μονοπάτι κι όχι εκείνο του Mythical, απ την ανάποδη. Ατέλειωτες μικρές καμπούρες για τη διαδρομή μου εδώ, μου έδειχναν πως η κόπωση είχε κυριέψει ήδη το κορμί μου, που για μια ακόμα φορά έδινε τη μάχη του με τη φθορά. Ποιος θα προλάβει; Ο χρόνος την Ασημίνα ή η Ασημίνα το χρόνο, ξεγελώντας τον;

Ταμπέλες και κάποια ακόμα σημάδια, μου θύμισαν πού περίπου βρίσκομαι και πόσο ακόμα χρειάζομαι για να φτάσω στο σταθμό-κλειδί του Σταυρού. Τριγύρω ζέστη και μοναξιά. Οι λίγοι αθλητές του αγώνα είχαμε ήδη σκορπιστεί πάνω στη διαδρομή και δύσκολα συναντούσες πια κάποιον συναθλητή σου πια. Δυο-τρεις όλοι κι όλοι πρέπει να με προσπέρασαν από την Πετρόστρουγκα μέχρι να φτάσω στο Σταυρό, ένα σημάδι πως κρατούσα ακόμα τις δυνάμεις μου. Αυτό ήταν ένα από τα λίγα που κατάφερα να σκεφτώ όσο έτρεχα. Μετά από 7-8 ώρες στο κοπάνημα δεν έχεις και ιδιαίτερη έφεση στους μαθηματικούς υπολογισμούς. Ένα ρολόι έβλεπα κι αυτό δεν ξέρω πόσο με βοηθούσε. Ψυχολογικό ήταν περισσότερο το ζήτημα.

Ήρθε η στιγμή που περνώντας όλη εκείνη την υπέροχη ευθεία μέσα στο πυκνό και δροσερό δάσος, βγήκα επιτέλους στο Σταυρό! Ήμουν μια ανάσα πριν τις 8 ώρες και η εικόνα μπροστά στα μάτια μου με γέμισε και πάλι με δύναμη. Κάτω χαμηλά, πάλι η θάλασσα και το Λιτόχωρο. Είχα συμπληρώσει κοντά 40 χιλιόμετρα από τα 57. Ένα μεγάλο κουράγιο, το τελευταίο πιστεύω, ήταν αυτό που χρειαζόμουν. Με την εμψύχωση των εθελοντών, πήρα πάλι το δρόμο μου.

Μετά τη «νησίδα» πολιτισμού εκεί στο Σταυρό, ξαναμπήκα στο δάσος και σύντομα έφτασα σε άλλα γνωστά μέρη. Μπροστά μου πάλι η χαράδρα του Ενιπέα κι ένα κομμάτι διαδρομής από το Ρογκά! Μαγική εικόνα. Θυμήθηκα τα χιόνια του προηγούμενου χειμώνα κι εκείνον τον απίστευτο αγώνα, που αν και με ταλαιπώρησε αφάνταστα με τα ασήκωτα άρβυλα και τα βαριά ρούχα, έχω να τον θυμάμαι. Τώρα όμως, ανάλαφρη από ρούχα και παπούτσια, μπορούσα να καλπάσω, αρκεί να είχα και τις δυνάμεις βέβαια… Η προσδοκία του τερματισμού μου είχε δώσει τα ανάλογα φτερά και κέρδισα κάποιες θέσεις μετά το Σταυρό. Ελαφρές κατηφοριές βοηθούσαν να κρατήσω έναν καλό ρυθμό, που κι αυτός με ανέβασε ψυχολογικά. Σε κάτι περισσότερο από μια ώρα έφτανα στο Μοναστήρι, εκεί λίγο πιο πάνω από την υποβλητική σπηλιά με το εκκλησάκι του Αγίου Διονυσίου. Χαρές και πανηγύρια εδώ! Οι φίλοι από το «Πηγάδι» του Mythical βρίσκονταν στο σταθμό και ξέσπασαν σε φωνές χαράς βλέποντάς με να φτάνω! «Ασημίνααα!!! Μπράβο!». Στάση για τις απαραίτητες …φωτογραφίες με τους φίλους κι ένα γρήγορο ξεδιάλεγμα από τον μικρό τους πάγκο με τα κεράσματα. «Άντε, τι μας έμεινε πια… Να θέλω δυο ώρες ακόμα; Κουράγιο Ασημίνα» σκέφτηκα.

Πήρα τις ανηφόρες, απίστευτες ανηφόρες αλλά ευτυχώς όχι για πολύ συνεχόμενα. Η αίσθηση ότι η μέρα άρχισε να γέρνει προς το δεύτερο μισό της ήταν πια διάχυτη γύρω μου. Βρισκόμουν στο ανήλιο μέρος της ρεματιάς και η δροσιά εδώ μου έδινε μια σταγόνα ζωντάνιας. Το ίδιο και η σκέψη ότι μετρούσα αντίστροφα για τον τερματισμό. Εξαιρετική η δουλειά στο μονοπάτι, νομίζω ότι έβαζε κι αυτή ένα λιθαράκι στο να κινηθώ λίγο πιο γρήγορα. Πρόλαβα να σκεφτώ ότι τον περασμένο Ιανουάριο στο Ρογκά, εδώ πέρα υπήρχε το αδιαχώρητο από το χιόνι. Ένα αυλάκι που μέσα του περπάταγα ήταν όλο κι όλο, μέσα στο ατελείωτο λευκό. Μαγικές αναμνήσεις μέσα σ ένα εξίσου μαγικό τοπίο τώρα. Άραγε πώς θα είναι ο επόμενος Ιανουάριος;

Η ανηφόρα στην Γκόλνα και ο μικρός σταθμός στο κιόσκι, με θέα την ατέλειωτη θάλασσα κάτω. «Ναι, τώρα έφτασα! Αφού είμαι στη Γκόλνα, όλα τελείωσαν» Κοίταξα το ρολόι μου κι έλεγε 10:40. Με τις ευχές των εθελοντών και πάλι, ξεκίνησα αυτή την τελευταία, βαθιά ανάσα! Μια ανάσα δρόμος ακόμα. Η μέρα μίκραινε κι οι σκιές μεγάλωναν πια. Συμπόνια για το κορμί μου, που πονούσε και σκέψη συγκεντρωμένη στον τερματισμό. Τώρα μπορούσα να κάνω σκέψεις για το τέλος και για μετά το τέλος! Λίγο μετά τη Γκόλνα με πρόλαβε ένας συναθλητής μου, ο Κώστας και συνεχίσαμε μαζί από εκεί και πέρα. Στους αγώνες μου αρέσει να πηγαίνω παρέα με συναθλητές όταν συναντιόμαστε στην πορεία. Μοιραζόμαστε ψυχικά το βάρος της συνέχειας προς το τέλος.

Βγήκαμε για λίγο σ έναν δρόμο και φτάσαμε στο περιβόητο «Τρόχαλο». Εκείνη την απίστευτη κατηφόρα ακριβώς πριν το τέλος, που σου κόβει κάθε ενθουσιασμό τερματισμού και σου τεμαχίζει τη χαρά στα δύο! Θες να τρέξεις, να πετάξεις γιατί φτάνεις στο τέρμα και δεν μπορείς! Το υπέμεινα κι αυτό όμως. Ήξερα πως με περίμεναν στο τέρμα, εκεί στον Αηγιάννη! Έσφιξα τα δόντια μου για μια τελευταία φορά και αναδύθηκα. Ένιωσα σαν την Αφροδίτη που βγαίνει απ’ τη θάλασσα, την ώρα που ξεπρόβαλα μέσα από τα δέντρα και είδα μπροστά μου την αψίδα του τερματισμού. Τρέξαμε παρέα με τον Κώστα με δύναμη αυτά τα τελευταία μέτρα και περάσαμε την αψίδα. Ο χρόνος σταμάτησε στο 11:23. Συγχαρητήρια και αγκαλιές, το απαραίτητο μετάλλιο και μια μεγάλη αγκαλιά, η καλύτερη, από την κόρη μου, που με περίμενε υπομονετικά ολόκληρη τη μέρα να τερματίσω!

Μια ακόμα χάντρα στο περιδέραιο είχε μόλις προστεθεί. Πάει κι αυτό! Το Lost Trail είναι μάλλον ο λιγότερο σημαντικός από τους επτά ultra αγώνες που προγραμμάτισα και υλοποιώ τη φετινή χρονιά στο πλαίσιο του Ultrasimina, όμως μπορεί να διεκδικήσει μια ψηλή θέση χάρη στην ομορφιά της διαδρομής του. Σειρά πλέον θα έχει η Ροδόπη (ROUT) με τα 100 της μίλια, ένα μήνα αργότερα. Και το Lost ήταν σίγουρα το πιο δυνατό crash-test γι αυτή τη μεγάλη δοκιμασία. Ευτυχώς βγήκα αλώβητη αλλά και πιο δυνατή από αυτή τη μίνι σύγκρουση με τις αντοχές μου! Αυτό σίγουρα δεν το είχα δει από πριν. Αυτό σίγουρα δεν ήταν deja-vu. Ναι, τελειώνοντας μπορούσα να πω με σιγουριά ότι δεν το είχα δει από πριν…

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here